Επικοινωνήστε μαζί μας

Ακολουθήστε μας

Η άσκηση με αντίσταση και η επίδρασή της σε φυσιολογικούς ιστούς.

  Αν εφαρμοστεί αντίσταση σ' έναν μυ, όταν αυτός συσπάται, ο μυς θα προσαρμοστεί και θα γίνει δυνατότερος με την πάροδο του χρόνου. Μπορεί να συμβούν προσαρμοστικές αλλαγές στον μυ μέσα από τη θεραπευτική άσκηση, αν οι μεταβολικές δυνατότητες του μυός υπερφορτίζονται σταδιακά. Ο μυς, ο οποίος είναι συσταλτός ιστός, γίνεται δυνατότερος λόγω της υπερτροφίας των μυϊκών ινών και της αύξησης της επιστράτευσης των κινητικών μονάδων του. Καθώς η δύναμη του μυός αυξάνεται, η καρδιαγγειακή απόκριση βελτιώνεται έτσι, ώστε η μυϊκή αντοχή και ισχύς να αυξάνονται επίσης.

  Πολλοί παράγοντες, όπως μια πάθηση, η μειωμένη χρήση και η ακινητοποίηση, μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη μυϊκή αδυναμία. Η θεραπευτική χρήση της αντίστασης σ' ένα πρόγραμμα ασκήσεων, είτε εφαρμόζεται δια χειρός είτε μηχανικά, είναι αναπόσπαστο μέρος του πλάνου θεραπείας του ασθενούς, όταν ο τελικός στόχος είναι η βελτίωση της δύναμης, της αντοχής και της συνολικής φυσικής λειτουργίας.
Όταν σχεδιάζεται ένα πρόγραμμα άσκησης με αντίσταση, ο θεραπευτής πρέπει πάντα να λαμβάνει υπόψη του το συνολικό επίπεδο υγείας του ασθενούς, τον τύπο του τραυματισμού ή της πάθησης, το στάδιο της επούλωσης μετά τον τραυματισμό και το πιο σημαντικό, τα επιθυμητά λειτουργικά αποτελέσματα.

Καθορισμός της άσκησης με αντίσταση.


  Η άσκηση με αντίσταση είναι ο οποιοσδήποτε τύπος ενεργητικής άσκησης στον οποίο η δυναμική ή στατική μυϊκή σύσπαση βρίσκει αντίσταση από μια εξωτερική δύναμη. Η εξωτερική δύναμη μπορεί να εφαρμόζεται δια χειρός ή μηχανικά.

Άσκηση με αντίσταση δια χειρός.

  Η άσκηση με αντίσταση δια χειρός είναι ένας τύπος ενεργητικής άσκησης στον οποίο η αντίσταση προκαλείται από το θεραπευτή ή άλλον ειδικό. Αν και το μέγεθος της αντίστασης δεν μπορεί να μετρηθεί, αυτή η τεχνική είναι χρήσιμη στα πρώτα στάδια ενός προγράμματος ασκήσεων, όταν ο μυς που πρόκειται να ενδυναμωθεί είναι αδύναμος και μπορεί να υπερνικήσει μόνο ήπια ως μέτρια αντίσταση. Είναι επίσης χρήσιμη, όταν το εύρος της αρθρικής κίνησης χρειάζεται να ελέγχεται προσεκτικά. Το μέγεθος της αντίστασης που δίδεται περιορίζεται μόνο από τη δύναμη του θεραπευτή.

Άσκηση μηχανικής αντίστασης.

  Η άσκηση μηχανικής αντίστασης είναι ένας τύπος ενεργητικής άσκησης στον οποίο η αντίσταση εφαρμόζεται με τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού ή μηχανικών συσκευών. Το μέγεθος της αντίστασης μπορεί να μετρηθεί και να εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου. Χρησιμοποιείται συχνά σε συγκεκριμένα προγράμματα ασκήσεων με αντίσταση. Είναι επίσης χρήσιμη, όταν είναι απαραίτητα μεγαλύτερα μεγέθη αντίστασης από αυτά που μπορεί να εφαρμόσει ο θεραπευτής με τα χέρια.
   
        

Στόχοι της άσκησης με αντίσταση.

Ο κύριος σκοπός της άσκησης με αντίσταση είναι να βελτιώσει τη λειτουργικότητα. Οι ειδικοί στόχοι είναι οι εξής:

αύξηση της δύναμης
Η δύναμη αναφέρεται στην ώθηση που αποδίδεται από έναν μυ που συσπάται και έχει άμεση σχέση με την ποσότητα της τάσης που μπορεί να παράγει ο μυς που συσπάται.

αύξηση της μυϊκής αντοχής
Αντοχή είναι η ικανότητα εκτέλεσης χαμηλής έντασης επαναλαμβανόμενης άσκησης για μια παρατεταμένη χρονική περίοδο.

αύξηση της ισχύος
Η ισχύς είναι επίσης ένα μέτρο της μυϊκής δυνατότητας εκτέλεσης, η οποία σχετίζεται με τη δύναμη και την ταχύτητα και ορίζεται ως το έργο ανά μονάδα χρόνου (δύναμη x απόσταση / χρόνο). Η δύναμη επί την ταχύτητα είναι ένας ισοδύναμος προσδιορισμός.

  Μερικοί συγγραφείς δηλώνουν ότι είναι ακατάλληλη η χρησιμοποίηση του όρου ισχύς σαν μια έκρηξη υψηλής έντασης της μυϊκής δραστηριότητας. Αυτοί ονομάζουν την υψηλής έντασης άσκηση που εκτελείται σε μικρό χρονικό διάστημα, αναερόβια ισχύ, και τη χαμηλής έντασης άσκηση για παρατεταμένη χρονική περίοδο, αερόβια ισχύ (Οι όροι "αερόβια ισχύς" και "αντοχή" συχνά χρησιμοποιούνται εναλλακτικά.)

Αυτή η διάκριση γίνεται γιατί:

Οι τύπου ΙΙ (φασικές γρήγορης σύσπασης) μυϊκές ίνες, οι οποίες παράγουν μεγάλη ποσότητα τάσης σε μικρή χρονική περίοδο, αυξάνουν κάθετα την αναερόβια μεταβολική δραστηριότητα και τείνουν να κουράζονται γρήγορα

Οι τύπου Ι (τονικές αργής σύσπασης) μυϊκές ίνες παράγουν χαμηλού επιπέδου μυϊκή τάση, αλλά μπορούν να παρατείνουν τη σύσπαση για μεγάλη χρονική περίοδο. Αυτές οι ίνες αυξάνουν κάθετα την αερόβια μεταβολική δραστηριότητα και κουράζονται πολύ αργά.

Οι μύες αποτελούνται από φασικές και τονικές ίνες.

  Μερικοί μύες έχουν μεγαλύτερη κατανομή σε τονικές ίνες και άλλοι έχουν μεγαλύτερη κατανομή σε φασικές ίνες. Αυτό οδηγεί σε διαφοροποίηση και εξειδίκευση στους μυς. Για παράδειγμα, μια μεγάλη κατανομή σε τύπου Ι τονικές ίνες βρίσκεται στους στατικούς μυς, στους οποίους η μικρού επιπέδου παρατεταμένη συνεχόμενη μυϊκή τάση κρατά το σώμα όρθιο ενάντια στη βαρύτητα ή το σταθεροποιεί ενάντια σε επαναλαμβανόμενα φορτία. 

  Μια μεγάλη αναλογία σε τύπου ΙΙ φασικές κινητικές μονάδες βρίσκεται στους μύες που παράγουν μεγάλη εκρηκτική τάση, για να μπορεί το άτομο να σηκώσει όλο το βάρος του σώματος όταν ανεβαίνει σκαλοπάτια, να κινήσει προς τα εμπρός το σώμα με τις βακτηρίες ή να ανασηκώσει, να σπρώξει ή να τραβήξει μεγάλο φορτίο.

  Τα προγράμματα ασκήσεων με αντίσταση μπορούν να σχεδιαστούν για επιλεκτική επιστράτευση διαφορετικών μυϊκών ινών στους μυς, ελέγχοντας την ένταση, τη διάρκεια και την ταχύτητα της άσκησης. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η δύναμη, η αντοχή και η ισχύς σχετίζονται και μπορούν να βελτιωθούν όλες με ασκήσεις αντίστασης. Είναι σημαντικό ότι ο θεραπευτής αξιολογεί κάθε κλινική κατάσταση και σχεδιάζει προγράμματα άσκησης που θα ανταποκριθούν στις συγκεκριμένες ανάγκες του κάθε ασθενούς.

Τύποι της άσκησης με αντίσταση.

  Η αντίσταση μπορεί να εφαρμοστεί είτε σε δυναμικές είτε σε στατικές μυϊκές συσπάσεις.
Οι ασκήσεις αντίστασης μπορούν να εκτελεστούν:
ισοτονικά
ισοκινητικά
ισομετρικά


  Σε όλες τις περιπτώσεις ο τελικός σκοπός είναι η βελτίωση των λειτουργικών ικανοτήτων μέσα από την ανάπτυξη της μυϊκής δύναμης, της αντοχής ή της ισχύος. Πριν από την επιλογή ενός συγκεκριμένου τύπου άσκησης, ο θεραπευτής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις έννοιες της εξειδίκευσης και της μεταφοράς της εκπαίδευσης.


Εξειδίκευση και μεταφορά της μυϊκής εκπαίδευσης.

Εξειδίκευση της μυϊκής εκπαίδευσης.

  Η εξειδίκευση της μυϊκής εκπαίδευσης είναι μια ευρέως αποδεκτή υπόθεση, η οποία δηλώνει ότι οι προσαρμοστικές επιδράσεις της, όπως η βελτίωση της δύναμης, της ισχύος και της αντοχής, τείνουν να γίνουν ιδιαίτερα εξειδικευμένες ανάλογα με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται. Όποτε αυτό είναι εφικτό, οι ασκήσεις που ενσωματώνονται στο πρόγραμμα μυϊκής εκπαίδευσης θα πρέπει να μιμούνται την επιθυμητή λειτουργία.

  Για παράδειγμα, αν η επιθυμητή λειτουργική δραστηριότητα απαιτεί μεγαλύτερη μυϊκή αντοχή από ότι δύναμη, τότε η ένταση και η διάρκεια των ασκήσεων θα πρέπει να προσαρμοστούν, για να βελτιώσουν την αντοχή.

  Η εξειδίκευση της μυϊκής εκπαίδευσης θα πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τον τύπο και την ταχύτητα της άσκησης, όπως επίσης και με τη θέση του ασθενούς ή του άκρου κατά τη διάρκεια της άσκησης. Για παράδειγμα, αν το λειτουργικό αποτέλεσμα είναι να γίνει ικανός ο ασθενής στο ανέβασμα και το κατέβασμα σκάλας, τότε η άσκηση θα πρέπει να εφαρμόζεται ισοτονικά σε ένα σχήμα κλειστής κινητικής αλυσίδας και να εξελίσσεται στην επιθυμητή ταχύτητα και τον επιθυμητό έλεγχο.

  Έχει υποστηριχθεί ότι η βάση της εξειδίκευσης της εκπαίδευσης σχετίζεται με τις μορφολογικές αλλαγές μέσα στον μυ, όπως επίσης και με την κινητική εκμάθηση και τη νευρική προσαρμογή στο ερέθισμα της εκπαίδευσης.

Μεταφορά της μυϊκής εκπαίδευσης.

  Η μεταφορά των επιδράσεων της μυϊκής εκπαίδευσης από τη μια παραλλαγή της άσκησης στην άλλη έχει επίσης αναφερθεί. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται μεταφορά της μυϊκής εκπαίδευσης, υπερχείλιση ή παρεμβαλλόμενη μυϊκής εκπαίδευση. Η μεταφορά της εκπαίδευσης έχει αναφερθεί ότι συμβαίνει σε μια περιορισμένη βάση σε σχέση με την ταχύτητα της εκπαίδευσης, τον τύπο ή τον τρόπο εφαρμογής της άσκησης, τη δύναμη της σύσπασης και το σχήμα της κίνησης.

Έχει, επίσης, αναφερθεί ότι η επίδραση της παρεμβαλλόμενης εκπαίδευσης μπορεί να συμβεί από ένα ασκούμενο άκρο στο μη ασκούμενο αντίθετο άκρο σε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης με αντίσταση. Ένα παράδειγμα μεταφοράς της εκπαίδευσης είναι όταν η ισοκινητική άσκηση βελτιώνει επίσης τη μειομετρική δύναμη και αντίστροφα. Ένα πρόγραμμα ασκήσεων σχεδιασμένο για την ανάπτυξη της μυϊκής δύναμης έχει δείξει ότι τουλάχιστον βελτιώνει μέτρια τη μυϊκή αντοχή.

  Η εκπαίδευση της δύναμης με άσκηση μιας ταχύτητας έχει δείξει ότι προκαλεί μια βελτίωση στη δύναμη σε μεγαλύτερες ή μικρότερες ταχύτητες της άσκησης. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, οι επιδράσεις της υπερχείλισης είναι σημαντικά λιγότερες από τις επιδράσεις της εκπαίδευσης που προκαλούνται από την εξειδίκευση της εκπαίδευσης.

  Συνολικά, οι περισσότερες μελέτες υποστηρίζουν τη σπουδαιότητα του σχεδιασμού ενός προγράμματος ασκήσεων που να αντιγράφει πιστά τις επιθυμητές λειτουργικές δραστηριότητες. Σ' ένα πρόγραμμα ασκήσεων όσο το δυνατόν περισσότερες παραλλαγές θα πρέπει να ταιριάζουν με τις απαιτήσεις που τίθενται στον ασθενή κατά τη διάρκεια των λειτουργικών δραστηριοτήτων.


Ισοτονική άσκηση

  Η ισοτονική άσκηση με αντίσταση είναι ένας δυναμικός τύπος άσκησης που εκτελείται ενάντια σε συνεχόμενο ή μεταβαλλόμενο φορτίο, καθώς ο μυς επιμηκύνεται, ή βραχύνεται μέσα στο διαθέσιμο εύρος κίνησης. Η δυναμική δύναμη, η μυϊκή αντοχή και η ισχύς μπορούν να αναπτυχθούν με την ισοτονική άσκηση.

Ισοκινητική άσκηση

  Η ισοκινητική άσκηση είναι ένας τύπος δυναμικής άσκησης στον οποίο η ταχύτητα του μυός που βραχύνεται ή επιμηκύνεται ελέγχεται από μια συσκευή ρυθμιζόμενης συχνότητας, η οποία ρυθμίζει την ταχύτητα της κίνησης ενός τμήματος του σώματος. Ο όρος ισοκινητική αναφέρεται στην κίνηση που τραγματοποιείται με μια συνεχή (ίση) ταχύτητα. Η μυϊκή δύναμη που φυσιολογικά χρησιμοποιείται, για να επιταχυνθεί ένα άκρο, συναντάται ως αντίσταση.

Ισομετρική άσκηση

  Η ισομετρική άσκηση είναι ένας στατικός τύπος άσκησης ο οποίος συμβαίνει χωρίς αισθητή αλλαγή του μήκους του μυός ή χωρίς ορατή αρθρική κίνηση. Αν και δεν υπάρχει παραγωγή έργου (δύναμη Χ απόσταση), παράγεται μια μεγάλη ποσότητα τάσης και δύναμης από τον μυ. Αν πρόκειται να συμβούν προσαρμοστικές αλλαγές, όπως είναι αυξήσεις στη δύναμη και την αντοχή, οι ισομετρικές συσπάσεις πρέπει να εφαρμόζονται ενάντια σε αντίσταση για τουλάχιστον 6 δευτερόλεπτα. 

  Αυτός ο χρόνος επιτρέπει την ανάπτυξη μέγιστης τάσης και την έναρξη μεταβολικών αλλαγών στον μυ με κάθε σύσπαση. Διάφοροι τύποι ισομετρικής άσκησης και έντασης των στατικών μυϊκών συσπάσεων χρησιμοποιούνται για την επίτευξη διαφορετικών στόχων και λειτουργικών αποτελεσμάτων σε κάθε στάδιο επούλωσης του ιστού μετά από τραυματισμό ή χειρουργείο. Αυτοί οι τύποι άσκησης περιλαμβάνουν μυϊκές συσπάσεις, ισομετρικές ασκήσεις με αντίσταση και ασκήσεις σταθεροποίησης.

  Γενικά ανεξάρτητα με το είδος της άσκησης (ισοτονική, ισομετρική κτλ) οι ασκήσεις με αντίσταση πρέπει να στοχεύουν στην αύξηση της μυϊκής δύναμης. Εαν η μυϊκή σύσπαση είναι έντονη ή συνεχόμενη για αρκετή χρονική διάρκεια με διάλλειματα τοτε ο μύς προσαρμόζεται σε αυτές τις αλλαγές και αυξάνεται η μυϊκή του δύναμη. 


(Carolyn Kisner MS,PT / Lynn Allen Colby,MS,PT ,2003)(Atha 1981, Fox 1979)


Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΟΥΣ ΙΣΤΟΥΣ ΣΕ ΥΓΙΗ ΑΤΟΜΑ

  Ο ρόλος της αντίστασης στους ιστούς σε υγιή άτομα, αποδεικνύεται να είναι σημαντικός. Βελτιώνει:
την καρδιοαγγειακή λειτουργία
την μυϊκή δύναμη
την μυϊκή μάζα
την αύξηση ή διατήρηση της οστικής πυκνότητας του ατόμου
την διευκόλυνση της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας του ατόμου.

  Πιο συγκεκριμένα έχουμε από τις μελέτες των DARREN et al (2007)[1], καθώς και των Rakobowchuk et al (2007)[2], αποδεικνύεται ότι σε 12 εβδομάδες άσκησης με αντίσταση (RT), με σταδιακή αυξανόμενη ένταση χωρίς ταυτόχρονες αυξήσεις στην διάρκεια της, η κεντρική αρτηριακή ανεπάρκεια αλλά και η περιφερειακή αρτηριακή ανεπάρκεια, δεν αυξήθηκαν καθόλου και δεν άλλαξαν οι κεντρικοί αιμοδυναμικοί παράγοντες.
  

  Αυτά τα αποτελέσματα και των δύο ερευνών είναι σε αντίθεση με προηγούμενες μελέτες οι οποίες είχαν διαπιστώσει ότι η άσκηση με αντίσταση (RT) οδηγεί σε αυξήσεις της αρτηριακής ανεπάρκειας. Επιπλέον, η άσκηση με αντίσταση (RT) δεν αλλάζει τα βασικά επίπεδα του NOX (νιτρώδες άλας/ νιτρικών αλάτων) και του ΝΕ (συγκεντρώσεις της νορεπινεφρίνης στο πλάσμα του αίματος).

  Η αύξηση των επιπέδων της δραστηριότητας του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, μπορεί να ενισχύσει την απόδοση των λείων μυών των αγγείων και τελικά, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην λειτουργία των περιφερικών αρτηριών με την αποφυγή της συμφόρησης του αίματος στα κεντρικά και περιφερικά αγγεία του σώματος.

  Στην συνέχεια μία έρευνα των Randy et al (2006)[3], έδειξε ότι με την άσκηση πετυχαίνουμε αύξηση της μυϊκής μάζας και στην συνέχεια την βελτίωση των επιπέδων της γλυκόζης και της ινσουλίνης του οργανισμού. Στην μελέτη των Kevin et al (2001)[4], βρήκαν αύξηση της σύνθεση των πρωτεϊνών των ασκούμενων μυών και των μυών που συμμετείχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της μυϊκής μάζας και της μυϊκής δύναμης. Η μελέτη των DENNIS et al (1994)[5], βρήκε αλλαγές με θετικά αποτελέσματα στην μυϊκή δύναμη, στην νευρομυϊκή προσαρμογή και στην μυϊκή υπερτροφία.

  Όσον αφορά στην προσφορά της άσκησης με αντίσταση στον οστίτη ιστό, υπάρχουν μελέτες όπως των Shackelford et al (2004)[6], και των REI  FUJIMURA et al (1997)[7],  έδειξαν ότι οι ασκήσεις αντίστασης είναι πολύ σημαντικές στην πρόληψη των αλλαγών που συνδέονται με την απώλεια της οστικής πυκνότητας και κατεπέκταση με την πρόληψη της οστεοπόρωσης.
Η συμβολή της άσκησης με αντίσταση στο καρδιοαναπνευστικό σύστημα είναι σημαντική, καθώς από έρευνες που έχουν γίνει, οι ασκήσεις με αντίσταση μπορούν να βελτιώσουν το VO2peak (Andrew et al, 2000), και προκαλούν διάφορες σημαντικές αλλαγές στο VΟ2max στα ασκούμενα άκρα, συμπεριλαμβανομένου και των αυξήσεων στη λήψη οξυγόνου και της αρτηριοφλεβικής διαφοράς οξυγόνου (Donna et al 1994).